ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ

Στην αριστερή πλευρά του δρόμου που οδηγεί στην κοινότητα Πυργά, σε έδαφος που βρίσκεται στη γεωγραφική έκταση του Κόρνου, κτίστηκε το 1995 ιερός ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Αλέξανδρο. Ο ναός κτίστηκε με πρωτοβουλία και δαπάνη της οκογένειας του μακαριστού Οικονόμου και για χρόνια Προέδρου της Επιτροπής Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων Χριστόφορου Παπαχριστοφόρου.
Με επιθυμία της κτητόρισσας οικογένειας, ο ναός αφιερώθηκε στον Άγιο Αλέξανδρο, όνομα που φέρει ο αγνοούμενος γιος τους Αλέξανδρος Παπαχριστοφόρου. Η εκκλησία είναι μονόκλιτη με κεραμιδοσκέπαστο ημιθόλιο. Στο εσωτερικό του δυτικού τοίχου, αναρτήθηκαν οι φωτογραφίες όλων των Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων της τουρκικής εισβολής του 1974, συνολικά 1619. Ο ναός είναι αγιογραφημένος και σε αυτό τελείται Θεία Λειτουργία και Δέηση για τους αγνοούμενους, κάθε Σάββατο από η ώρα 9 μέχρι 11 π. μ.
Ένας Σταυρός τοποθετημένος σε πέτρινη κολώνα που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του πλακόστρωτου που περιβάλλει την εκκλησία, φέρει την ακόλουθη επιγραφή:
1619 ΑΤΟΜΑ ΑΓΝΟΟΥΝΤΑΙ
ΑΠΟ ΤΙΣ 20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974
ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΛΑΒΑΝ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ
Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΑΣ
Η ίδια φράση είναι γραμμένη και στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα.
ΑΓΙΟΥ ΕΥΦΗΜΙΑΝΟΥ

Στην αριστερή πλευρά του παλιού αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας - Λεμεσού, περίπου ένα χιλιόμετρο από το δρόμο που οδηγεί στην Ιερά Μονή Σταυροβουνίου, οικοδομήθηκε τα τελευταία χρόνια εκκλησάκι, που αφιερώθηκε στον Άγιο Ευφημιανό. Ο Άγιος Ευφημιανός τιμόταν ιδιαίτερα στην κατεχόμενη Λύση, στη γη της οποίας είναι κτισμένο εκκλησάκι του Αγίου. Είναι μονόκλιτο, κτισμένο με λαξευμένες πέτρες της περιοχής, σε ρυθμό βασιλικής με τρούλο, σκεπασμένο με κεραμίδια. Φέρει δυο εισόδους, μια στα δυτικά και μια στα νότια και είναι ανοικτό καθημερινά για τους πιστούς χριστιανούς.
Το εικονοστάσι της εκκλησίας είναι ξυλόγλυπτο και σε αυτό είναι αναρτημένες τέσσερις μεγάλες προσκυνηματικές εικόνες. Υπάρχει μικρό ξύλινο «παγκάρι», ξύλινο Αναλόγιο και μερικά στασίδια. Το δάπεδο είναι καλυμμένο με άσπρα τετραγωνικού σχήματος μάρμαρα, παρόμοια μ’ εκείνα που χρησιμοποιούνταν στους ναούς, κατά το 19ο και μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα. Πρόσφατα, άρχισε η αγιογράφηση του ναού και σε πρώτο στάδιο ολοκληρώθηκαν οι αγιογραφίες στο ημιθόλιο του Αγίου Βήματος.
Στη νοτιοανατολική γωνιά του προαυλίου στήθηκε μικρό, σιδερένιο καμπαναριό και τοποθετήθηκε μπρούτζινη καμπάνα. Νοτιότερα του καμπαναριού κατασκευάστηκε όμορφη πετρόκτιστη βρύση. Σε υπόγειο, ειδικά κατασκευασμένο χώρο, λειτουργεί έκθεση συλημένης πολιτιστικής κληρονομιάς του Αγίου Ευφημιανού.
Όπως αναφέρεται σ’ εγχάρακτη, ξύλινη επιγραφή, τοποθετημένη στην εξωτερική πλευρά ενός πλατύσκαλου στο προαύλιο, ο ναός οικοδομήθηκε με πρότυπο το ομώνυμο συλημένο ξωκλήσι της Λύσης, από το Δήμο της κατεχόμενης κωμόπολης, το Σώμα Προσκόπων Κύπρου και το Σύνδεσμο Παλαιών Προσκόπων Λύσης. Εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα στη δεξιά πλευρά του νότιου τοίχου αναφέρει:
29 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ ΘΕΟΥ ΕΘΕΜΕΛΙΩΣΕΝ Ο ΚΙΤΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Tο εκκλησάκι περιβάλλεται από μικρό προαύλιο, μέρος του οποίου είναι καλυμμένο με μεγάλες, ακανόνιστου σχήματος, ασβεστόπλακες. Στους χώρους γύρω από το ναό, υπάρχουν πολλά πευκόδεντρα, ευκαλυπτόδεντρα και μυρωδάτοι λουλουδιασμένοι αγριόβατοι. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Οσίου Ευφημιανού, στις 14 Νοεμβρίου.
ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Η κοινότητα Κόρνου ευλαβείται σε μεγάλο βαθμό τον Αθλοφόρο της πίστεως Άγιο Γεώργιο, το όνομα του οποίου, οι κάτοικοί της έδωσαν σε δυο από τα ξωκλήσια τους. Εκτός εκείνου του Σσωπόταμου, ένα δεύτερο εκκλησάκι κτισμένο μεταξύ Κόρνου και Μοσφιλωτής, δίπλα από τον παλιό αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού, είναι αφιερωμένο στον Τροπαιοφόρο Άγιο Γεώργιο. Κτισμένο σ’ ένα δεντρόφυτο, καταπράσινο περιβάλλον, με φόντο, στην ανατολική του πλευρά, τα πευκόφυτα βουνά της περιοχής, αποτελεί ξεχωριστό στολίδι στο χώρο που βρίσκεται και πνευματική όαση για τις διψασμένες ψυχές των χριστιανών της περιοχής.
Στο ίδιο μέρος, όπως αναφέρουν κάτοικοι του Κόρνου, υπήρχε παλαιότερα άλλο εκκλησάκι, το οποίο καταστράφηκε. Εκεί, για πολλά χρόνια, βρίσκονταν έξι τεράστιες πέτρες, που είχαν χρησιμοποιηθεί στην παλιά οικοδομή του ναού. Ακόμα, σε κοντινή απόσταση από το ξωκλήσι, στη βορειοανατολική του πλευρά, υπήρχε φρούριο, κτισμένο από κατακτητές του νησιού - πιθανότατα τους Λατίνους - για προστασία των περίοικων. Την πρωτοβουλία ανέγερσης νέου παρεκκλησιού, είχε ο μακαριστός ιερέας Κόρνου Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος. Όπως αναφέρουν Κορνιώτες, ο μακαριστός ιερέας βοηθούσε ο ίδιος χειρωνακτικά στο κτίσιμο του λατρευτικού χώρου.
Το παρεκκλήσι του Τροπαιοφόρου Αγίου Γεωργίου, είναι μονόκλιτο με θολωτή κεραμιδοσκέπαστη στέγη. Το εικονοστάσι του, κατασκευασμένο από άσπρο μάρμαρο, είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό όπως και οι μεγάλες προσκυνηματικές εικόνες, που αποτελούν έργα Σταυροβουνιωτών μοναχών και φέρουν χρονολογίες ιστόρισης τους, τα έτη 1958 και 1959. Το δάπεδο του ναού είναι στρωμένο με μαρμάρινα πλακάκια τερταγωνικού σχήματος και διαφόρων χρωματισμών. Υπάρχουν τρεις είσοδοι που βρίσκονται στη δυτική, βόρεια και νότια πλευρά του ναού.
Όπως μαρτυρείται σε μαρμάρινη πλάκα, τοποθετημένη σε περίοπτο μέρος της βόρειας εσωτερικής πλευράς του ναού, τα εγκαίνια τελέστηκαν την Κυριακή 28 Ιουνίου το 1970, από τον Χωρεπίσκοπο Κωνσταντίας, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομο Α΄.
Παρεκκλήσι Αγίου Γεωργίου του Σοπόταμου

Νοτιοδυτικά του Κόρνου και σε απόσταση περίπου πέντε χιλιομέτρων από τον οικισμό, σε μικρή απόσταση από το χωριουδάκι Δελίκηπος, είναι κτισμένο ξωκλήσι, αφιερωμένο στον Τροπαιοφόρο Μεγαλομάρτυρα Άγιο Γεώργιο. Το εκκλησάκι φέρει την επωνυμία «του Σσωπόταμου» επειδή βρίσκεται στη μέσα «έσσω» πλευρά ενός μικρού ποταμού, που διασχίζει την περιοχή. Για να φτάσει κάποιος κοντά του, χρησιμοποιεί τον αυτοκινητόδρομο Κόρνου - Λευκάρων.
Η φύση γύρω από το ξωκλήσι είναι εντυπωσιακή. Ένας χώρος κατάφυτος από δασικά δέντρα, κυρίως πεύκα και αρκετά ελαιόδεντρα. Πίσω από αυτά, στη βορειοδυτική πλευρά, απόκρημνα γυμνά βουνά στέκουν σαν άγρυπνοι φύλακες του ερημικού ξωκλησιού. Το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου Σσωπόταμου ανοικοδομήθηκε «εκ βάθρων» το 1988. Στο ίδιο μέρος υπήρχε παλιό εκκλησάκι που καταστράφηκε, αφού δεν έτυχε καμιάς φροντίδας και για χρόνια, παρέμεινε στο έλεος των καιρικών συνθηκών, που συμβοηθούμενες από τον ανθρώπινο παράγοντα, συνέβαλαν στην ουσιαστική κατερείπωσή του.
Ευτυχώς, πριν από είκοσι περίπου χρόνια, δυο ενάρετες χριστιανές από τον Κόρνο, ανάλαβαν την πρωτοβουλία ανοικοδόμησης του. Με το έμπρακτο ενδιαφέρον και την οικονομική στήριξη της μακαριστής Μαρίας Ευαγόρου Χαγκού και της Ανδρονίκης Σόλου Χαραλάμπους, ο ναός ξανακτίστηκε 1988 σε νέα αρχιτεκτονική μορφή.
Είναι μονόκλιτος, με αμφικλινή κεραμιδένια στέγη και μαρμάρινο πάτωμα. Στη δυτική του πλευρά κατασκευάστηκε νάρθηκας, ο οποίος συγκοινωνεί με τον κυρίως ναό, με μεγάλη ανοικτή πόρτα. Το εικονοστάσι είναι ξύλινο, κοσμημένο με λίγες προσκυνηματικές εικόνες.
Όση ώρα ο επισκέπτης βρίσκεται στο χώρο του ξωκλησιού, δεν θέλει ν’ αποχωριστεί το πανέμορφο και κατά πάντα ξεκούραστο περιβάλλον, που ζώνει τη γύρω περιοχή. Ο καθαρός αέρας, φιλτραρισμένος από τα φύλλα του πεύκου και της ελιάς, τον αναζωογονεί σωματικά και ψυχικά, χαρίζοντάς του παράλληλα και την πολυπόθητη ηρεμία.
Παρεκκλήσι Αγίου Σπυρίδωνα
Το μικρό παρεκκλήσι είναι αφιερωμένο στο Άγιο Σπυρίδωνα . Βρίσκεται νοτιοδυτικά της εκκλησίας του παλαιού ναού του Τιμίου Προδρόμου, στο κέντρο του χωριού. Το παρεκκλήσι αυτό ανήκει στους παλαιοημερολογίτες και λειτουργείται πολύ αραιά. Είναι κτισμένο από μπετόν και επενδυμένο απέξω, με άσπρο χρώμα.
Παρεκκλήσι Ζωοδόχου Πηγής

Κάπου ένα χιλιόμετρο στα βορειοδυτικά του Κόρνου, σε μια ισοπεδωμένη βουνοπλαγιά, στην τοποθεσία «Φτελλέσσια», περιτριγυρισμένο από δασικά δέντρα, αγριελιές, ακακίες, αγριόθαμνους και αγριολούλουδα, προβάλλει το κάτασπρο εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής.
Αποτελεί κτίσμα των νεότερων χρόνων, αλλά σύμφωνα με μαρτυρίες που δόθηκαν από αυτόχθονες κατοίκους της κοινότητας, σε μέρος ψηλότερα του αγιάσματος που βρίσκεται πολύ κοντά στο εκκλησάκι, στην βορειοανατολική του πλευρά, υπήρχε παλαιότερα ναός μέσα σε σπηλιά. Αργότερα κτίστηκε διώροφο πλινθόκτιστο οικοδόμημα, το ισόγειο του οποίου μετατράπηκε σε ναό, στον οποίο τελούσε λειτουργίες ο ασκητής Διονύσιος - μετέπειτα μοναχός και ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου. Ο Κύπριος ασκητής Διονύσιος που έφτασε στο νησί από το Άγιον Όρος, έμενε στο ανώγειο της οικοδομής, για μικρή σχετικά περίοδο, μέχρι που αποφάσισε και εγκαταβίωσε οριστικά στη Μονή Σταυροβουνίου, όπου έθεσε τα θεμέλια του κοινόβιου μοναχισμού στην Κύπρο. Γύρω στο 1915, όπως αφηγούνται κάτοικοι του Κόρνου, το ανώγειο κατέστη ετοιμόρροπο, γι’ αυτό κατεδαφίστηκε. Με πρωτοβουλία ενός Κορνιώτη, το 1917 επιδιορθώθηκε το ισόγειο μέσα στο οποίο τελούνταν Θείες Λειτουργίες. Στη δεκαετία του 1940, μετά την καθιέρωση του νέου εκκλησιαστικού ημερολογίου, μικρή ομάδα Σταυροβουνιωτών μοναχών, με επικεφαλής τον ιερομόναχο Μελέτιο, αποχώρησαν από το μοναστήρι τους και άρχισαν να λειτουργούν στο εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής, ακολουθώντας το παλιό ημερολόγιο. Η πράξη τους όμως δεν έγινε δεκτή από τον τότε ιερέα και την Εκκλησιαστική Επιτροπή Κόρνου, με αποτέλεσμα να αποχωρήσουν από εκεί και να αναζητήσουν αλλού ιερό κτίσμα για την τέλεση των λατρευτικών τους αναγκών.
Ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής είναι μονόκλιτος, καμαρόστεγος και κεραμιδοσκέπαστος. Έχει σχεδόν όλο τον αναγκαίο εκκλησιαστικό εξοπλισμό, όπως εικονοστάσι που κοσμείται με μεγάλες και μικρές Προσκυνηματικές εικόνες, αρκετά στασίδια, Αναλόγιο, Προσκυνητάρι και μπορεί οποιαδήποτε στιγμή, να δεχτεί ένα σεβαστό αριθμό εκκλησιαζόμενων.
Εκείνα τα χρόνια ο δραστήριος εφημέριος της κοινότητας μακαριστός παπα Γεώργιος, θέλησε να οικοδομήσει στο χώρο νέο εκκλησάκι, με σύγχρονα οικοδομικά υλικά, ώστε να αντέχει στη φθορά του χρόνου και των άσχημων καιρικών συνθηκών. Με τη βοήθεια των πιστών συγχωριανών του, ύστερα από σοβαρές δυσκολίες, αφού το μέρος όπου κτίστηκε το εκκλησάκι αρχικά ήταν δύσβατο και ανηφορικό και δεν υπήρχαν οι σημερινές ευκολίες, κατάφερε να φέρει σε πέρας το χριστιανικό έργο που ανέλαβε.
Το κυρίως εικονοστάσι του ναού είναι κατασκευασμένο από ξύλο, ενώ το άνω μέρος του, όπου είναι τοποθετημένες μικρές εικόνες του «Δωδεκάορτου», είναι φτιαγμένο από άσπρο μάρμαρο. Δίπλα από την Ωραία Πύλη - στην αριστερή της πλευρά, από τον κυρίως ναό - υπάρχει είσοδος πάνω στην οποία εικονίζεται ολόσωμος ο Αρχιστράτηγος των Άνω Δυνάμεων Μιχαήλ, που οδηγεί στο Άγιο Βήμα. Το δάπεδο της εκκλησίας είναι στρωμένο με μικρών διαστάσεων τετραγωνικά μάρμαρα. Κάπου στη μέση του ναού, πάνω σε ένα ξύλινο προσκυνητάρι, είναι τοποθετημένη η εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής. Πάνω σ’ ένα δεύτερο προσκυνητάρι, που βρίσκεται στη μέση του βόρειου τοίχου, είναι τοποθετημένη μεγάλη εικόνα του Ιησού Χριστού.
Ο ναός έχει δυο εισόδους, μια στη δυτική και μια στη νότια πλευρά, καθώς και δυο ορθογώνιου σχήματος παράθυρα, στη βόρεια και νότια πλευρά. Το τσιμεντένιο καμπαναριό της Ζωοδόχου Πηγής, στήθηκε στο νοτιοανατολικό άκρο του ναού, κάπου δυο τρία μέτρα ψηλότερα της οροφής και φέρει ορειχάλκινη καμπάνα, δεμένη με χοντρή αλυσίδα και σχοινί. Δίπλα από το καμπαναριό, στη δεξιά του πλευρά, μια μικρή είσοδος οδηγεί στο Άγιο Βήμα.
Περίπου είκοσι μέτρα βορειοανατολικά του ναού, είναι το Αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής και μια είσοδος σπηλιάς, μέσα στην οποία έζησε για κάποια περίοδο, ο ασκητής Διονύσιος.
Σε μαρμάρινη πλάκα εντοιχισμένη στο κάτω μέρος του νότιου εξωτερικού τοίχου, κοντά στη βάση του καμπαναριού, αναγράφονται με την ακόλουθη διάταξη τα εξής:
30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1984 ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ ΘΕΟΥ ΕΘΕΜΕΛΙΩΣΕΝ Ο ΚΙΤΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Ο πρώτος ναός που αφιερώθηκε στη Ζωοδόχο Πηγή, κτίστηκε από τον αυτοκράτορα Λέοντα το Μεγάλο, κάτω από τις εξής συνθήκες: Όταν ο Λέων ήταν απλός πολίτης, οδηγούσε έναν άνθρωπο τυφλό και αναζητούσε νερό μέσα σε κάποιο δάσος, για να ξεδιψάσει ο κουρασμένος τυφλός. Λυπημένος που δεν έβρισκε νερό, ενώ επέστρεφε μαζί με τον τυφλό, άκουσε μια φωνή να τον προσφωνεί «Βασιλεύ» και να του υποδεικνύει μέρος όπου θα έβρισκε νερό. Η φωνή του είπε, από το νερό που θα βρει, να χρίσει τα μάτια του τυφλού.
Ο Λέων υπάκουσε και όταν βρήκε νερό, έχρισε τα μάτια του τυφλού, ο οποίος αμέσως ανέβλεψε. Σε λίγο καιρό ο Λέων έγινε βασιλιάς. Βλέποντας τα όσα θαυμαστά του συνέβησαν, έκτισε ναό τον οποίο αφιέρωσε στη Ζωοδόχο Πηγή. Σε αυτόν γίνονταν πάρα πολλά θαύματα θεραπείας διαφόρων ασθενειών και μάλιστα σε βασιλιάδες, όπως τον Ιουστινιανό, το Ρωμανό και το Λέοντα Σοφό.

Μέσα στην σπηλιά που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το ξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής, υπήρχε ναός τον οποίο δημιούργησε ο ασκητής Διονύσιος Χρηστίδης, μετέπειτα προϊστάμενος της Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου.
Θαύμα της Ζωοδόχου Πηγής: Το 2008, μια γυναίκα από τη Λευκωσία, μετέφερνε συχνά το γιο της, σε στρατόπεδο του Κόρνου, όπου εκτελούσε την στρατιωτική θητεία του. Μαζί της έπαιρνε και το μικρότερο αγοράκι της, το οποίο δυσκολευόταν να περπατήσει. Όσα βήματα έκανε, τα έκανε με τη βοήθεια της μητέρας του. Μια μέρα, ενώ πορεύονταν με το αυτοκίνητο, η γυναίκα πρόσεξε την πινακίδα που καθοδηγεί τους πιστούς για το ξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής στον Κόρνο. Ακολούθησε το δρόμο και σε λίγο έφτασαν έξω από το εκκλησάκι. Βοήθησε, όπως πάντα, το παιδί της και μπήκαν και οι δυο τους στο ναό. Η πονεμένη μητέρα προσευχήθηκε θερμά και με πίστη παρακάλεσε τη Μητέρα του Θεού, να κάνει το θαύμα της, στο ταλαιπωρημένο αγοράκι της. Όταν επέστρεψαν στη Λευκωσία, το παιδάκι χωρίς τη βοήθεια κανενός, άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου κι έτρεξε για το σπίτι τους. Η μάνα δεν πίστευε στα μάτια της! Το πρόβλημα χάθηκε για πάντα από το παιδί και από τότε, τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα, η γυναίκα που δέχθηκε τη βοήθεια της Ζωοδόχου Πηγής, επισκέπτεται το ξωκλήσι στον Κόρνο, για να προσκυνήσει την εικόνα της Παναγίας και ν’ ανάψει το κερί της ευχαριστίας της.
Παλαιός Ναός Τιμίου Προδρόμου

Τόσο ο παλαιός όσο και ο νεότερος ενοριακός ναός της κοινότητας Κόρνου τιμώνται στο όνομα του Τίμιου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Ο παλαιός ναός, με τον οποίο συνδέονται περισσότερο ιστορικά και συναισθηματικά οι κάτοικοι, βρίσκεται κάπου στη μέση του χωριού, εκεί όπου είναι τα καφενεία και τα καταστήματα. Σε αυτό το ναό, η πλειοψηφία των κατοίκων έζησε στιγμές χαράς και λύπης, αφού κάτω από την καμαρωτή στέγη του, τελέστηκαν τα Μυστήρια της Βάπτισης και του Γάμου τους και κάτω από αυτή, έγινε η Eξόδιος Ακολουθία συγγενικών και αγαπημένων προσώπων τους. Δεν είναι γνωστό πότε κτίστηκε η πρώτη εκκλησία της κοινότητας, γιατί σίγουρα η σημερινή αντικατέστησε άλλη ή άλλες, αφού ο Κόρνος, σύμφωνα με αδιάψευστες μαρτυρίες, αποτελεί δημιούργημα των περασμένων αιώνων. Η αρχαιότητα του πρώτου κτίσματος επιβεβαιώνεται από αρκετά ιερά κειμήλια που φυλάσσονται στο ναό, καθώς και από αξιόπιστες πληροφορίες που διασώζονται από την τοπική παράδοση.
Μια τέτοια πληροφορία δόθηκε από τον Κορνιώτη κ. Κλεάνθη Λοϊζίδη, όπως ο ίδιος μας αφηγήθηκε, όταν ακόμα ήταν στη νεαρή του ηλικία, άκουε από ηλικιωμένους συγχωριανούς του, πως, σε χώρο δίπλα από το Άγιο Βήμα του ναού του Προδρόμου, στη διάρκεια χωματουργικών εργασιών που σχετίζονταν με την επέκταση του εκκλησιαστικού οικοδομήματος, βρέθηκαν οστά και μια πέτρινη πλάκα, πάνω στην οποία ήταν χαραγμένη η χρονολογία 1200 μ.Χ. Η χρονολογία οδηγεί στην Υστεροβυζαντινή Κυπριακή Περίοδο, κατά την οποία στον Κόρνο υπήρχε χριστιανική ζωή, αφού η θρησκεία του Αληθινού Θεού ήταν ήδη πολύ διαδομένη σε όλο το νησί. Όπου ήταν δυνατό, κάτω από τα θεμέλια της Αγίας Τράπεζας τοποθετούνταν ιερά οστά ή εκείνα που ανακαλύφθηκαν στην πιο πάνω αναφερόμενη περίπτωση, ήταν των «κεκοιμημένων» κατοίκων, που θάφτηκαν σε χώρο δίπλα από το ναό. Η ταφή των νεκρών σε όλες τις πόλεις και τα χωριά της Κύπρου, μέχρι την Περίοδο της Τουρκοκρατίας, ακόμα σε κάποια μέρη και κατά την Αγγλοκρατία, γινόταν στο προαύλιο των εκκλησιών. Σε προγενέστερους χρόνους, γίνονταν ταφές ακόμα και μέσα σε ναούς. Η αναφερόμενη μαρτυρία, δηλαδή της χρονολογίας 1200 μ.Χ. δεν απέχει της ιστορικής πραγματικότητας, αφού μέσα στο ναό του Τίμιου Προδρόμου στον Κόρνο, σώζονται εικόνες του επώνυμου ζωγράφου Μηνά Μυριανθέως, ο οποίος έζησε και δημιούργησε κατά το 15ο αιώνα. Ο αγιογράφος Μηνάς ήταν καλός γνώστης της παραδοσιακής βυζαντινής τέχνης, την οποία χειριζόταν με το δικό του τρόπο, κάνοντας έτσι τα έργα του να ξεχωρίζουν εύκολα. Στον αγιογράφο Μηνά, πιστώνονται οι εικόνες του Χριστού των Αγίων Ιωάννη Προδρόμου και Νικολάου και της Αγίας Παρθενομάρτυρος Παρασκευής, που φυλάσσονται στον παλιό ναό της κοινότητας Κόρνου. Μάλιστα, υποστηρίζεται ότι, οι εικόνες αυτές ανήκουν στην πρωιμότερη φάση του ζωγράφου, δηλαδή έγιναν πριν από το 1474.
Άλλη μια πληροφορία του κ. Κ. Λοϊζίδη, την οποία άκουσε από τον παππού του πριν από πολλά χρόνια, αναφέρει ότι, η οικοδόμηση της ενοριακής εκκλησίας του Κόρνου, άρχισε από το 1600. Ίσως, η συγκεκριμένη αναφορά να σχετίζεται με ανοικοδόμηση του ναού, αφού στην κοινότητα υπήρχε ναός, πριν από το 1600. Το κτίσμα αυτό, ένεκα των συνεχών δυσκολιών που παρουσιάζονταν, κυρίως από τους Τούρκους κατακτητές του νησιού, καθυστερούσε, με αποτέλεσμα η ολοκλήρωσή του, να χρειαστεί δυο με τρεις αιώνες. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να ξενίζει, αφού είναι γνωστό πως, στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα της Πρώιμης και της Μέσης Περιόδου, οι Οθωμανοί απαιτούσαν άδεια για το κτίσιμο ναών. Αρχικά η άδεια δεν δινόταν, ενώ αργότερα, μετά τις θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις, «Χάττι Σερίφ του Γκιουλχανέ (1839)» και «Χάττι Χουμαγιούν (1856)» που παραχώρησε ο Σουλτάνος Αβδούλ Μετζίτ, παραχωρούνταν άδειες, αλλά και πάλι μετά από δυσκολίες.
Μέσα στο ναό του Τίμιου Προδρόμου υπάρχουν αρκετά ιερά κειμήλια που φυλάσσονται προσεκτικά από τον εφημέριο του ναού και την Εκκλησιαστική Επιτροπή. Πιστεύουμε πως, σύντομα, οι αρμόδιες εκκλησιαστικές και κοινοτικές αρχές, σε συνεργασία με την Ιερά Μητρόπολη Τριμυθούντος, θα προχωρήσουν στη δημιουργία και λειτουργία εκκλησιαστικού μουσείου, για έκθεση των πολύτιμων κειμηλίων, τα οποία διαφυλάχθηκαν μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Μια εικόνα που φυλάσσεται σε χώρο της εκκλησίας, ιστορήθηκε από τον αγιογράφο Παύλο το 1650. Τόσο η ονομασία του αγιογράφου, όσο και η χρονολογία, αναγράφονται στο κάτω μέρος του εικονίσματος. Ο Παύλος ήρθε στην Κύπρο από την Ελλάδα, ύστερα από πρόσκληση του τότε Αρχιεπισκόπου Κύπρου Νικηφόρου (1641 – 1674) και ζωγράφισε αρκετά άγια εικονίσματα σε διάφορους ναούς του νησιού. Μια εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ (1684) στο ναό του Τίμιου Προδρόμου Κόρνου, αποτελεί έργο του Επισκόπου Κιτίου Ιωαννίκιου (1679 - 1704).
Πολύ παλιές εικόνες, δυστυχώς χωρίς χρονολογία, που φυλάσσονται στο ναό του Προδρόμου.
Σε ξύλινη ποδιά παλιού τέμπλου του ναού του Τίμιου Προδρόμου, που ευτυχώς φυλάσσεται σε χώρο του γυναικωνίτη, μια επιγραφή αναφέρει πως, το τέμπλο καθώς και οι προσκυνηματικές εικόνες που το κοσμούσαν, αποτελούσαν έργα των ξακουστών αγιογράφων μοναχών της Ιεράς Μονής Αγίου Ηρακλειδίου, Λεόντιου και Φιλάρετου, οι οποίοι έζησαν στη Μονή κατά το 18ο αιώνα. Στο πάνω μέρος της ποδιάς, ιστορήθηκε η κεφαλή του Τίμιου Προδρόμου, μέσα σε πιάτο. Ο σημερινός μονόκλιτος, καμαροσκέπαστος με σταυροθόλια ναός του Προδρόμου, αποτελεί κτίσμα του 19ου αιώνα, αφού τα εγκαίνια του, σύμφωνα με επιγραφή που βρίσκεται στη μέση του βόρειου εσωτερικού τοίχου, μεταξύ της κυρίας εισόδου και του ανατολικού παράθυρου, τελέστηκαν στις αρχές του 1900.
Το ότι ο ναός του Τίμιου Προδρόμου Κόρνου κτίστηκε κατά το 19ο αιώνα, αναφέρεται και από τον Άγγλο ιστορικό - συγγραφέα Rubert Gunnis, ο οποίος επισκέφθηκε το χωριό τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Ο Gunnis σημειώνει ακόμα πως, μέσα στο ναό φυλάσσεται εικόνα του Τίμιου Προδρόμου χρονολογημένη το 1734.
Ο ναός φέρει δυο εισόδους, μια στη βόρεια και άλλη στη νότια πλευρά, δυο παράθυρα στη βόρεια και ισάριθμα στη νότια. Το δάπεδο είναι καλυμμένο με μικρά τετραγωνικά μαρμαράκια, κίτρινου και μαύρου χρώματος. Το εικονοστάσι είναι ξυλόγλυπτο και όπως μαρτυρεί εγχάρακτη σε αυτό επιγραφή, κατασκευάστηκε προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Διαβάζουμε στην επιγραφή: «Επί καιρόν Σωφρονίου Αρχιεπισκόπου. Χειρ Ευτυχίου Κ. Σοφόκλη 1882». Οι εικόνες του εικονοστασίου αποτελούν έργα, του μακαριστού προϊστάμενου της Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου Διονύσιου Χρηστίδη (1889 - 1902). Οι μικρές εικόνες που κοσμούν το άνω μέρος του εικονοστασίου, περιλαμβάνουν το «Δωδεκάορτο» και τους Ευαγγελιστές. Η μεγάλη εικόνα του πολιούχου Αγίου Τιμίου Προδρόμου, είναι τοποθετημένη σε Προσκυνητάρι, στη νοτιοανατολική γωνιά του ναού, ακριβώς δίπλα από το εικονοστάσι. Είναι πολύ παλιά εικόνα και επιγραφή στο κάτω μέρος της, αναφέρει: «Μνήσθητι κύριε του δούλου σου Ιωάννου ιερέως και των τέκνων αυτού 1737». Το φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του Τιμίου Προδρόμου είναι αργυρεπίχρυσο και με δεύτερη επιγραφή, φανερώνεται ο δωρητής της αργυρεπίχρωσης, που ήταν και αυτός ιερέας. Αναγράφεται στο φωτοστέφανο: «Μνήσθητι άγιε του δούλου του Θεού Κυριάκου ιερέως προσκυνητού από χωρίον Κόρνο». Το αργυρεπίχρυσο επικάλυμμα του δεξιού χεριού του Προδρόμου, αποτελεί δωρεάν της μακαριστής Ευφροσύνης Χριστοδούλου, το έτος 1945. Πρέπει να σημειωθεί ότι, για αρκετούς μήνες κατά το έτος 2007, το κανδήλι που κρέμεται μπροστά από την εικόνα του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου στο ναό του Κόρνου, αναίτια, στριφογύριζε αργά, προκαλώντας την έκπληξη και το θαυμασμό των επισκεπτών και προσκυνητών.
Η Αγία Τράπεζα είναι κατασκευασμένη από πέτρα και φέρει μερικά ωραία χειροποίητα σκαλίσματα, κυρίως στο ύψος των κολόνων που βαστάζουν το Άγιο Κουβούκλιο. Στην ανατολική πλευρά του Κουβουκλίου υπάρχει μια επιγραφή που από αυτή συμπεραίνεται πως, το κτίσιμο του ναού του Τίμιου Προδρόμου, άρχισε από τα μέσα του 19ου αιώνα, ή και προηγουμένως.
Εντυπωσιακός είναι ο ξυλόγλυπτος Δεσποτικός Θρόνος του ναού, πάνω στον οποίο αναγράφεται η ακόλουθη επιγραφή, της οποίας τηρείται η διάταξη, όπως ακριβώς είναι καταγραμμένη:
ΕΠΙ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ
ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΤΟΥ Β΄ 1911
ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΛΑΜΠΡΙΑΝΟΥ
ΧΡΙΣΤΟΦΗ Χ΄΄ ΠΑΥΛΗ
ΕΥΑΓΓΕΛΗΣ Χ΄΄ ΠΑΝΑΓΗ, ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ ΑΝΤΩΝΗ
ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΙΧΑΗΛ
ΕΡΓΟΝ ΑΛΑΞΑΝΔΡΟΥ Κ. ΤΑΛΙΑΔΩΡΟΥ ΕΞ
ΟΜΟΡΦΙΤΑΣ
Στο δυτικό μέρος του ναού υπήρχε εσωνάρθηκας, ο οποίος καταργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μέσα στα πλαίσια αναπαλαίωσης του και ο χώρος ενσωματώθηκε στο ναό. Εσωτερική τσιμεντένια σκάλα, καλυμμένη με μάρμαρο, οδηγεί στον ευρύχωρο γυναικωνίτη, που αναπαλαιώθηκε την ίδια περίοδο.
Στο Άγιο Βήμα του ναού φυλάσσονται δυο παλιά Ευαγγέλια, το ένα του 1776 και το δεύτερο του 1811, τα οποία τυπώθηκαν στην Ενετία. Στον ίδιο ιερό χώρο, φυλάσσεται και ένα ξύλινο Αρτοφόριον, που φέρει τις ακόλουθες δυο επιγραφές:
«Γέγονεν το παρόν αρτοφόριον εμού του ευτελούς Σωφρονίου ιερομονάχου του εκ κόμης Εργατόν, δια την εκκλησίαν του μεγαλομάρτυρος Γεωργίου εις χορίον Μαζωτόν, 1877 Ιουνίου 23».
«Μνήσθητι ω αδελφοί ιερείς εν τη θεία προσκομιδή του εμού ονόματος Σωφρονίου ιερομονάχου (ακολουθεί λέξη δυσανάγνωστη) και έξητε τον μισθόν παρά Θεού εν ημέρα της κρίσεως» (η ορθογραφία διατηρείται).
Από την επιγραφή φαίνεται πως το Αρτοφόριο κατασκευάστηκε για την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Μαζωτός. Υπάρχει η πιθανότητα ο κατασκευαστής του, ιερομόναχος Σωφρόνιος, να το πρόσφερε ή να το πούλησε στο ναό της κοινότητας Κόρνου, που κτιζόταν κατά περιόδους το 19ο αιώνα και δεν θέλησε ή παραμέλησε να διορθώσει την επιγραφή. Δεύτερη πιθανότητα είναι, το Αρτοφόριο να δωρίστηκε από την Επιτροπή του ναού του Μαζωτού, στο νεόκτιστο τότε ιερό ναό του Τίμιου Προδρόμου, ή η δωρεά να έγινε με συμβουλή του οικείου Μητροπολίτη.
Στην εκκλησία του Κόρνου φυλάσσεται μέσα σε Σταυρό Αγιασμού, μικρό τεμάχιο Τίμιου Ξύλου, καθώς και οστά πολλών Αγίων. Όπως είναι γνωστό οι χριστιανοί τρέφουν ιδιαίτερο σεβασμό στα ιερά οστά των Αγίων, τα οποία τιμούν ευλαβικά και φυλάσσουν σε ειδικούς χώρους. Πολλές φορές και κυρίως σε δύσκολες στιγμές, πονεμένοι χριστιανοί καταφεύγουν στα ιερά λείψανα των Αγίων, για να δεχθούν τη θαυματουργική χάρη τους. Τα ιερά λείψανα των Αγίων, Ομολογητών και Οσίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος χαρακτηρίζει, «μέγιστα του Θεού δώρα και αγαθών θησαυρούς» καθώς και «πηγάς ναμάτων πνευματικών και θησαυρούς περιουσίας αναλλοίωτους».
Αρκετά από τα οστά που βρίσκονται στην εκκλησία του Τίμιου Προδρόμου Κόρνου, φυλάσσονται σε ειδικά κατασκευασμένες, αργυροκοσμημένες λειψανοθήκες και άλλα σε ξυλόγλυπτες.
Κατάλογος Τίμιων Λειψάνων ιερού ναού Τίμιου Προδρόμου
- Αββακούμ Οσίου του Κυπρίου
- Αγίας Άννας
- Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκη
- Αποστόλου Βαρνάβα ιδρυτού της Εκκλησίας Κύπρου
- Βαρνάβα Οσίου του εν Βάση Κοιλανίου Κύπρου
- Αγίου Γεωργίου Μεγαλομάρτυρος του Τροπαιοφόρου
- Αγίου Ειρηναίου Επισκόπου Λουγδούνου
- Αγίου Ελευθερίου ιερομάρτυρος
- Ευμενίου Οσίου της Ιεράς Μονής Κουδουμά Κρήτης
- Ευσταθίου Οσίου του εν Κυβίδες της Κύπρου
- Ηλιοφώτων Οσίων
- Αγίας Θέκλης Πρωτομάρτυρος
- Αγίου Θεοδοσίου του εν Ιεροσωλύμοις
- Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού
- Αγίας Μαρίνης Παρθενομάρτυρος
- Αγίου Μερκουρίου Μεγαλομάρτυρος
- Αγίου Μηνά Στρατηλάτου και Μεγαλομάρτυρος του Αιγυπτίου
- Αγίων Νηπίων της Βηθλεέμ των υπό του Ηρώδου σφαγιασθέντων
- Αγίου Παντελεήμονος του ιαματικού
- Αγίας Παρασκευής Μεγαλομάρτυρος
- Αποστόλου Φιλίππου
- Αγίου Φιλουμένου ιερομάρτυρος του νέου
Να σημειωθεί πως, κατά καιρούς, στον ιερό ναό του Τιμίου Προδρόμου Κόρνου, έτυχαν ολιγοήμερης παραμονής, οστά σημαντικών Αγίων της Ορθοδοξίας, όπως της Αγίας Άννας, του Αποστόλου Ανδρέα, του Αγίου Στυλιανού, του Αγίου Παρθενίου Λαμψάκου και του Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως. Σε κάποιες περιπτώσεις, τα οστά συνοδεύονταν από Μητροπολίτες ή άλλους αξιωματούχους κληρικούς, σε ναούς της περιφέρειας των οποίων φυλάσσονται τα ιερά λείψανα.
Εντυπωσιακό, είναι το καλλιτεχνικά κτισμένο με πέτρα, καμπαναριό της εκκλησίας. Παλαιότερα, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920, στο καμπαναριό βρίσκονταν ακόμα δυο στάσεις, ψηλότερα της οροφής, οι οποίες όμως υπέστησαν σοβαρές ρωγμές από πτώση κεραυνού και κατ’ άλλους Κορνιώτες, από σεισμική δόνηση. Έτσι, αποφασίστηκε η επιδιόρθωση του καμπαναριού, που έγινε το 1930, από το μακαριστό τεχνίτη, «μάστρε - Ξενοφών» από τον Ψευδά. Τότε, οι δυο στάσεις παραλείφτηκαν, με αποτέλεσμα το καμπαναριό να καταστεί φτωχότερο. Εκείνη την περίοδο τοποθετήθηκαν και τα κεραμίδια στη στέγη του ναού.
Ανάμεσα στους ιερείς που υπηρέτησαν στο ναό του Τίμιου Προδρόμου Κόρνου, αναφέρονται οι ακόλουθοι:
- Παπα - Ιωάννης (1737)
- Παπα - Κυριάκος (;)
- Παπα - Γεώργιος (1790)
- Ιεροδιάκονος Χριστόδουλος Μάρκου (1790)
- Παπα - Γεώργιος Παπαδόπουλος ( ; - 1899)
- Παπα - Χριστόδουλος (Χατζήπαπας) Γεωργίου (1901 - 1940)
- Παπα - Παναγής Λοΐζου (1910 –
- Παπα - Στυλιανός (1911 -
- Παπα - Παναγιώτης Λοΐζου (1870 - 1942)
- Παπα - Γεώργιος Χατζηπαπαχριστοδούλου (1896 - 1980)
- Παπα - Αντώνιος Ιωακείμ
- Κοντάκιον Τιμίου Προδρόμου
- (υπό Χριστοφόρου μοναχού Ιβηροσκητιώτου – ιη΄ αιώνας)
ΝΕΟΣ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Ἦχος πλάγιος δ΄ - Τῆ Ὑπερμάχω.
Τῶ ὑπέρ πάντας ἀληθῶς Ἁγίους μείζονι,
ὁ ὑπέρ πάντας ἁμαρτών τούς ἀνομήσαντας,
τό ἐφύμνιον προσφέρω σοι Ἰωάννη.
Ὡς οὖν ἔχων παρρησίαν πρός τόν Κύριον,
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
ἵνα κράζω σοι, Χαῖρε, Κῆρυξ τῆς χάριτος.
Πραγματικό στολίδι και καύχημα για τους Κορνιώτες, αποτελεί ο νεόκτιστος, περικαλλής ναός της κοινότητας. Δικαιολογημένα περηφανεύονται για το εκκλησιαστικό δημιούργημά τους, το οποίο καταξιώθηκαν να ολοκληρώσουν μέσα από ένα φάσμα οικονομικών κυρίως δυσκολιών, αφού το κτίσιμο ναών στις μέρες μας, εξυπακούει μεγάλα, αν όχι τεράστια χρηματικά ποσά. Όμως, οι θεοφιλείς κάτοικοι, ύστερα από συστηματικές και επίπονες προσπάθειες, με εισφορές που έκαναν, άλλοι από τα περισσεύματα και άλλοι από τα υστερήματά τους, με την κυκλοφορία λαχνών, τη διοργάνωση εκδηλώσεων, τη συμπαράσταση και στήριξη γνωστών, φίλων και ευσεβών χριστιανών, κατάφεραν να αποκτήσουν ένα από τους ωραιότερους και εντυπωσιακότερους ιερούς ναούς, όχι μόνο της επαρχίας τους, αλλά και της Κύπρου ολόκληρης. Μπορεί να λεχθεί πως, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, πέτυχαν σχεδόν το ακατόρθωτο. Στα χώματα της αγαπημένης τους κοινότητας ορθώνεται ακόμα ένα χριστιανικό κόσμημα, ακόμα ένα άνθος μυρίπνοο, που σκορπίζει τριγύρω την ομορφιά και την ευωδία του.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της οικοδόμησης του θεόδμητου ναού, ανάμεσα στους ευσεβείς κατοίκους, επικρατούσαν έκδηλα τα συναισθήματα της ομόνοιας, της αγάπης, της συνεργασίας, της κατανόησης και προ πάντων της θεοσέβειας. Αυτά είναι κυρίως, που οδήγησαν στην απρόσκοπτη ευόδωση του θεάρεστου χριστιανικού έργου, στην πατρογονική τους γη.
Ένεκα της συνεχόμενης αύξησης του εκκλησιάσματος και της στενότητας που υπήρχε στον παλιό ναό, η Εκκλησιαστική Επιτροπή σε συνεργασία με την οικεία Μητρόπολη, αποφάσισαν την ανέγερση νέου, μεγαλύτερου και ευπρεπέστερου ναού. Ως χώρος ανέγερσης της εκκλησίας, επιλέγηκε ένα επίπεδο ύψωμα, με πανοραμική θέα, που βρίσκεται στη νοτιοανατολική άκρη του χωριού. Ο θεμέλιος λίθος του ναού τοποθετήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου το 2005, από τον Μητροπολίτη Κιτίου κ.κ. Χρυσόστομο και το έργο ολοκληρώθηκε το 2007. Πρόκειται για τρίκλιτη Βασιλική, Σταυροειδή με τρούλο, καλυμμένο με κοκκινωπού χρώματος, ισπανικά κεραμίδια. Το ιερό οικοδόμημα κτίστηκε με σύγχρονα οικοδομικά υλικά και εξωτερικά επενδύθηκε με ισομεγέθη τεμάχια λαξευτής πέτρας, συριακής προέλευσης.
Ο ιερός ναός είναι Τρισυπόστατος, γι’ αυτό, μέσα στο Άγιο Βήμα υπάρχουν τρεις Άγιες Τράπεζες, που αντιστοιχούν στα τρία κλίτη. Η κεντρική Αγία Τράπεζα και το μεσαίο μεγάλο κλίτος, είναι αφιερωμένα στην «Αποτομή της Τιμίας Κεφαλής» του Ιωάννη Προδρόμου, το δεξιό κλίτος είναι αφιερωμνένο στους γονείς του Προδρόμου, Ζαχαρία και Ελισάβετ, ενώ το αριστερό, είναι αφιερωμένο στην ΄Υψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού και αυτό, σε ένδειξη ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης προς την Ιερά Μονή Σταυροβουνίου, για τη γενναιόδωρη οικονομική προσφορά της στην ανέγερση του ναού.
Στη δεξιά πλευρά του Αγίου Βήματος, δημιουργήθηκαν δυο βοηθητικά δωμάτια, από τα οποία το ένα θα χρησιμοποιείται ως Διακονικό. Στη βορειοδυτική γωνιά του ναού, δημιουργήθηκε παρεκκλήσι, το οποίο αφιερώθηκε στον Απόστολο και Ευαγγελιστή Λουκά, τον Άγιο Καλλίνικο και τον Άγιο Χριστόφορο. Τα έξοδα κτισίματος του παρεκκλησιού, καταβλήθηκαν από τον Σατυροβουνιώτη μοναχό - αγιογράφο Πατέρα Καλλίνικο. Στη νοτιοδυτική γωνιά του ναού δημιουργήθηκε αίθουσα, που θα λειτουργεί ως «Εξωμολγητάριο».

Στις δυο γωνιές της νότιας πλευράς, κατασκευάστηκαν ισάριθμα εσωτερικά κλιμακοστάσια, τα οποία οδηγούν στον εντυπωσιακό, αμφιθεατρικά κτισμένο γυναικωνίτη. Η νέα εκκλησία φέρει δυο ωραιότατα υπερύψηλα καμπαναριά, που βρίσκονται στην οροφή της νοτιοανατολικής και νοτιοδυτικής πλευράς αντίστοιχα.