Το Διπλογέφυρο
Ακολουθώντας τη διαδρομή Κόρνου–Λευκάρων και λίγο μετά το Κοινοτικό Πάρκο Δελίκηπου, συναντά κανείς το φράγμα Gabion, που βρίσκεται λίγο πιο πέρα από το διπλογέφυρο.
Το διπλογέφυρο είναι κτισμένο με πελεκητές πέτρες και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα παραδοσιακής γεφυροποιίας με δύο τόξα.
Η μέθοδος κατασκευής του ακολουθεί τη δοκιμασμένη τεχνική των Ρωμαίων. Η θεμελίωση των βάθρων μέσα στο νερό ήταν ένα περίπλοκο έργο, καθώς απαιτούσε την αντιμετώπιση της διαβρωτικής ενέργειας του νερού.
Τα θεμέλια κατασκευάζονταν σε βάθος διπλάσιο ή και τετραπλάσιο του ύψους του νερού, με μεγαλύτερες πέτρες για μεγαλύτερη σταθερότητα. Το χτίσιμο άρχιζε ταυτόχρονα από τις δύο πλευρές του γεφυριού και το τελευταίο βήμα ήταν η τοποθέτηση της «κλείδας» του τόξου — συνήθως ενός σφηνοειδούς λίθου που ολοκλήρωνε την κατασκευή.
Το διπλογέφυρο του Δελίκηπου, σε συνδυασμό με το φυσικό τοπίο, προσφέρει ένα σπουδαίο δείγμα αρχιτεκτονικής και τεχνικής, αποδεικνύοντας τη γνώση και την εμπειρία των μαστόρων της εποχής.

Τα Μονογέφυρα της Κυπριακής Υπαίθρου
Τα περισσότερα πέτρινα γεφύρια που διασώζονται στην κυπριακή ύπαιθρο είναι μονογέφυρα, δηλαδή διαθέτουν μόνο ένα τόξο, οξυκόρυφο ή ημικυκλικό.
Τα μονογέφυρα απαντώνται κυρίως στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές, όπου το μικρό πλάτος της ροής των ποταμών επέτρεπε στους τεχνίτες να θεμελιώσουν σταθερά τα βάθρα σε βραχώδες υπόβαθρο.
Χαρακτηρίζονται από την απλότητα και τη συμμετρία της μορφής τους και κατασκευάστηκαν με βασικό σκοπό τη διέλευση ανθρώπων, ζώων — όπως μουλάρια, γαϊδούρια και άλογα — αλλά και φορτωμένων κάρων.
Τα γεφύρια αυτά ήταν ιδιαίτερα ψηλά, συνήθως από 4 έως 8 μέτρα, ώστε να μην εμποδίζονται από κλαδιά και δέντρα και να μπορούν να αντέχουν στις ισχυρές υδροδυναμικές πιέσεις κατά τη διάρκεια πλημμυρών.
Η λιτότητα της κατασκευής και η απουσία συνδετικών υλικών καθιστούσαν την «κλείδα» — τον σφηνολίθο στο μέσο του τόξου — κρίσιμο στοιχείο για τη στατική επάρκεια του γεφυριού.
Πολλά από αυτά τα γεφύρια σώζονται ακόμη και σήμερα, μερικά μάλιστα εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται, αν και δεν εντάσσονται πλέον στο βασικό οδικό δίκτυο.
Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας (1878–1900), αρκετά γεφύρια επανακατασκευάστηκαν ή διαπλατύνθηκαν για να εξυπηρετήσουν το νέο οδικό δίκτυο.
Παρά τις αλλαγές αυτές, τα παραδοσιακά μονογέφυρα παραμένουν μοναδικά δείγματα λαϊκής τεχνικής και αισθητικής, αποδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο οι Κύπριοι αξιοποίησαν τη μορφολογία και τα φυσικά υλικά του τόπου τους.
Μονοπάτι της Φύσης
Η φύση του Δελίκηπου προσκαλεί τον επισκέπτη να τη γνωρίσει από κοντά μέσα από το Μονοπάτι της Φύσης, ένα μικρό κυκλικό μονοπάτι που ξεκινά κοντά στην εκκλησία και οδηγεί σε ένα μικρό εποχιακό φράγμα.
Το μονοπάτι προσφέρει υπέροχες εικόνες από το τοπίο του χωριού, ενώ λίγο έξω από τη διαδρομή υπάρχει οργανωμένος χώρος πικνίκ για στιγμές ξεκούρασης και χαλάρωσης μέσα στη φύση.
Ανάλογα με την εποχή, το φράγμα μπορεί να είναι γεμάτο νερό ή στεγνό, όμως η εμπειρία της διαδρομής παραμένει μοναδική και αξέχαστη.
Κατά τη διάρκεια της περιήγησης, ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να νιώσει την ηρεμία της φύσης και να αντιληφθεί τη στενή σχέση των κατοίκων με τη γη, την καλλιέργεια και την παραγωγή.
